Επιλογή Σελίδας

Η βροχή χτυπούσε το τζάμι σαν δάχτυλα που ζητούσαν να μπουν μέσα. Η Ελένη στεκόταν στο μπαλκόνι του παλιού ξενοδοχείου, με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί στο χέρι, όταν άκουσε την πόρτα να ανοίγει πίσω της.

Δεν γύρισε αμέσως. Άφησε τα βήματά του να πλησιάσουν, αργά, σαν να μετρούσε κάθε δευτερόλεπτο επίτηδες. Ο Δημήτρης δεν βιαζόταν ποτέ. Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που είχε μάθει γι’ αυτόν — πως η υπομονή του ήταν πιο επικίνδυνη από κάθε βιασύνη.

«Άργησες» είπε εκείνη, χωρίς να γυρίσει.

«Ήθελα να σε αφήσω να περιμένεις» απάντησε, και η φωνή του ήρθε πιο κοντά απ’ όσο περίμενε.

Ένιωσε το χέρι του να σηκώνει απαλά τα μαλλιά της, να τα μετακινεί στο ένα πλάτος, αφήνοντας τον αυχένα της γυμνό στον κρύο αέρα της βροχής. Δεν την άγγιξε αμέσως. Την άφησε να νιώσει την απόσταση των λίγων εκατοστών ανάμεσα στο δέρμα του και στο δικό της, μια απόσταση που έκαιγε περισσότερο κι από ένα άγγιγμα.

«Γύρνα» της ψιθύρισε.

Γύρισε. Τα μάτια του την κοίταξαν σαν να τη διάβαζαν, σαν να ήξεραν ήδη κάθε σκέψη που περνούσε από το μυαλό της πριν καν προλάβει να τη σχηματίσει η ίδια. Αυτό ήταν το παιχνίδι τους — εκείνος διάβαζε, εκείνη προσπαθούσε να κρατήσει κάτι κρυφό, κι έχανε πάντα.

«Το κόκκινο δωμάτιο σε περιμένει» είπε τελικά, κι έτεινε το χέρι του.

Δεν ήταν ερώτηση. Ποτέ δεν ήταν.

Η Ελένη άφησε το ποτήρι στο τραπεζάκι και έβαλε το χέρι της στο δικό του. Το δέρμα του ήταν ζεστό, σχεδόν αντίθετο με την παγωμένη βροχή που ακόμα στάλαζε από τα μαλλιά της. Την οδήγησε μέσα, περνώντας τον διάδρομο με τα κεριά που έτρεμαν στους τοίχους, ίσκιους που χόρευαν σαν να ήξεραν κι εκείνοι τι θα ακολουθούσε.

Στην πόρτα του δωματίου σταμάτησε.

«Θυμάσαι τη λέξη;» τη ρώτησε, γυρνώντας να την κοιτάξει κατάματα.

«Θάλασσα» είπε εκείνη, με μια ανάσα που έτρεμε ελαφρά.

Χαμογέλασε — ένα χαμόγελο που δεν έδειχνε τίποτα κι έλεγε τα πάντα.

«Καλό κορίτσι» μουρμούρισε, κι άνοιξε την πόρτα.

Το φως μέσα ήταν χαμηλό, βαθύ κόκκινο, σαν το κρασί που είχε αφήσει στο μπαλκόνι. Η πόρτα έκλεισε πίσω τους με έναν απαλό ήχο, κι ο κόσμος έξω — η βροχή, ο χρόνος, όλα — έμειναν απ’ έξω.

Ό,τι ακολούθησε, το ήξεραν μόνο εκείνοι δύο.


Το πρωί, η Ελένη ξύπνησε με το φως να μπαίνει λοξά απ’ τις κουρτίνες και ένα σημείωμα στο μαξιλάρι δίπλα της: “Το επόμενο δωμάτιο θα το διαλέξεις εσύ.” Χαμογέλασε, και για πρώτη φορά μετά από καιρό, ένιωσε πως ανυπομονούσε για κάτι.

Επιλέξτε Συμφωνώ αν είστε ενήλικοι, κατανοείτε και αποδέχεστε τους όρους και τις προϋποθέσεις, ή Διαφωνώ αν δεν είστε ενήλικοι ή δε συμφωνείτε ανεπιφύλακτα με τους όρους και τις προϋποθέσεις. Δείτε τους όρους και τις προυποθέσεις χρήσης της ιστοσελίδας εδώ