Επιλογή Σελίδας

Η βροχή είχε αρχίσει λίγο μετά τα μεσάνυχτα.

Η Άννα στεκόταν μόνη στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου, τυλιγμένη με ένα λεπτό λευκό μπουρνούζι, κρατώντας ένα ποτήρι κρασί. Η πόλη απλωνόταν μπροστά της γεμάτη φώτα, ενώ οι σταγόνες έπεφταν πάνω στα κάγκελα και έσπαγαν τη σιωπή.

Είχε έρθει εκεί για να ξεφύγει.

Από τη δουλειά.

Από την απογοήτευση.

Από έναν έρωτα που είχε τελειώσει πριν προλάβει να γίνει πραγματικός.

Και κυρίως από τον εαυτό της.

Δεν περίμενε να τον συναντήσει.

Ο Νικόλας εμφανίστηκε στην πόρτα του δωματίου λίγο αργότερα. Στάθηκε για μια στιγμή κοιτάζοντάς την χωρίς να μιλάει.

«Δεν κοιμάσαι;»

Η Άννα γύρισε αργά.

«Δεν νυστάζω.»

«Ούτε εγώ.»

Η φωνή του ήταν χαμηλή.

Εκείνη ήπιε μια μικρή γουλιά κρασί.

«Περίεργο. Συνήθως είσαι ο άνθρωπος που κοιμάται πρώτος.»

«Συνήθως δεν βρίσκεσαι εσύ στο μπαλκόνι μου μέσα στη νύχτα.»

Η Άννα χαμογέλασε.

«Το μπαλκόνι είναι δικό μου δωμάτιο.»

«Λεπτομέρειες.»

Πλησίασε.

Ένα βήμα.

Μετά άλλο ένα.

Και ξαφνικά η απόσταση ανάμεσά τους έμοιαζε επικίνδυνα μικρή.

Γνωρίζονταν χρόνια. Είχαν περάσει αμέτρητες ώρες μαζί, είχαν γελάσει, είχαν τσακωθεί, είχαν μοιραστεί μυστικά.

Υπήρχε όμως πάντα κάτι που κανείς τους δεν τολμούσε να ονομάσει.

Ένα βλέμμα που κρατούσε λίγο παραπάνω.

Ένα άγγιγμα που κανείς δεν τραβούσε αμέσως.

Μια ένταση που κρυβόταν πίσω από αστεία.

Απόψε, όμως, δεν υπήρχαν πολλά περιθώρια για κρυψίματα.

«Ξέρεις ότι αυτό είναι κακή ιδέα», είπε η Άννα.

«Το ξέρω.»

«Και πάλι ήρθες.»

«Κι εσύ δεν μου είπες να φύγω.»

Εκείνη κατέβασε το βλέμμα.

«Ίσως έπρεπε.»

«Ίσως.»

Ο Νικόλας στάθηκε μπροστά της.

Η Άννα ένιωθε την καρδιά της να χτυπάει όλο και πιο δυνατά.

«Γιατί με κοιτάς έτσι;» τον ρώτησε.

«Πώς σε κοιτάω;»

«Σαν να θέλεις να πεις κάτι.»

«Θέλω.»

«Τότε πες το.»

Εκείνος σώπασε.

Για πρώτη φορά, φάνηκε να μην έχει απάντηση.

Σήκωσε το χέρι του και απομάκρυνε απαλά μια βρεγμένη τούφα από το πρόσωπό της.

Η Άννα δεν κουνήθηκε.

Ούτε εκείνος.

Τα μάτια τους συναντήθηκαν.

Και τότε εκείνη έκανε το πρώτο βήμα.

Το φιλί ήταν σύντομο στην αρχή, σχεδόν διστακτικό.

Σαν να περίμεναν και οι δύο να τους σταματήσει κάποιος.

Κανείς δεν το έκανε.

Όταν απομακρύνθηκαν, η Άννα τον κοίταξε με έκπληξη.

«Αυτό…»

«Ναι.»

«Δεν έπρεπε να γίνει.»

«Το ξέρω.»

«Θα το μετανιώσουμε.»

Ο Νικόλας χαμογέλασε.

«Ίσως.»

«Δεν βοηθάς καθόλου.»

«Δεν προσπαθώ να βοηθήσω.»

Η Άννα γέλασε χαμηλά.

«Είσαι απίστευτα εκνευριστικός.»

«Κι όμως ακόμα είσαι εδώ.»

Η Άννα τον κοίταξε για μερικές στιγμές.

«Ναι.»

Αυτή τη φορά δεν υπήρχε αμφιβολία στη φωνή της.


Η νύχτα συνέχισε να κυλάει αργά.

Κάθισαν στο πάτωμα δίπλα στο μεγάλο παράθυρο, με τα ποτήρια τους ακουμπισμένα στο χαλί.

Μίλησαν για πράγματα που δεν είχαν πει ποτέ.

Για φόβους.

Για χαμένες ευκαιρίες.

Για ανθρώπους που είχαν αγαπήσει και τους είχαν πληγώσει.

Και όσο περισσότερο μιλούσαν, τόσο περισσότερο η Άννα καταλάβαινε πως ο Νικόλας δεν ήταν ο άνθρωπος που νόμιζε.

Κάτω από την αυτοπεποίθησή του υπήρχε ένας άνθρωπος που φοβόταν να πληγωθεί.

«Γιατί δεν μου το είπες ποτέ;» τον ρώτησε.

«Τι;»

«Ότι με ήθελες.»

Εκείνος χαμογέλασε χωρίς χαρά.

«Επειδή φοβόμουν ότι αν σου το έλεγα, θα σε έχανα.»

Η Άννα έμεινε σιωπηλή.

«Και τώρα;»

«Τώρα φοβάμαι ότι σε έχω ήδη χάσει.»

Εκείνη πλησίασε.

«Όχι ακόμα.»

Τα λόγια της ήταν σχεδόν ψίθυρος.

Ο Νικόλας την κοίταξε.

«Τι σημαίνει αυτό;»

«Σημαίνει ότι απόψε δεν θέλω να φοβάμαι.»

Η έκφρασή του μαλάκωσε.

Της έπιασε το χέρι.

Δεν χρειάστηκε να πουν τίποτα άλλο.

Έμειναν έτσι για αρκετή ώρα, ακούγοντας τη βροχή.

Μερικές φορές το πιο έντονο πράγμα δεν είναι αυτό που συμβαίνει.

Είναι αυτό που αφήνεις να αιωρείται ανάμεσα σε δύο ανθρώπους.


Το πρωί βρήκε την Άννα ξύπνια πριν από εκείνον.

Το δωμάτιο ήταν ήσυχο.

Για λίγα δευτερόλεπτα κοίταξε το ταβάνι και προσπάθησε να καταλάβει αν όλα όσα είχαν συμβεί ήταν πραγματικά.

Μετά τον είδε δίπλα στο παράθυρο.

Ο Νικόλας κρατούσε δύο φλιτζάνια καφέ.

«Καλημέρα.»

«Καλημέρα.»

Της έδωσε το ένα.

«Χωρίς ζάχαρη.»

Η Άννα χαμογέλασε.

«Θυμάσαι πώς τον πίνω;»

«Θυμάμαι πολλά πράγματα για σένα.»

Το χαμόγελό της έσβησε για μια στιγμή.

«Νικόλα…»

«Μην ανησυχείς.»

«Δεν ανησυχώ.»

«Ανησυχείς.»

Εκείνη αναστέναξε.

«Τι θα γίνει τώρα;»

Ο Νικόλας κάθισε απέναντί της.

«Δεν ξέρω.»

«Υπέροχα.»

«Αλλά ξέρω κάτι.»

«Τι;»

«Δεν θέλω να κάνουμε πως δεν συνέβη.»

Η Άννα τον κοίταξε.

Έξω η πόλη είχε ξυπνήσει.

Αυτοκίνητα περνούσαν στους δρόμους. Ο ήλιος είχε αρχίσει να διαλύει τα σύννεφα.

«Κι αν καταστρέψουμε ό,τι είχαμε;»

Ο Νικόλας πλησίασε.

«Κι αν, αντί γι’ αυτό, δημιουργήσουμε κάτι που δεν είχαμε ποτέ;»

Η Άννα χαμογέλασε.

Ίσως είχε δίκιο.

Ίσως μερικές φορές η ζωή δεν σου δίνει την επιλογή να παραμείνεις ασφαλής.

Σου δίνει μόνο την επιλογή να τολμήσεις.

Και εκείνο το πρωινό, όταν η Άννα άνοιξε την πόρτα για να φύγει, γύρισε για τελευταία φορά προς το μέρος του.

«Νικόλα;»

«Ναι;»

«Απόψε θα είσαι εδώ;»

Εκείνος χαμογέλασε.

«Αν θέλεις.»

Η Άννα στάθηκε στην πόρτα.

«Το θέλω.»

Και αυτή τη φορά δεν υπήρχε ούτε βροχή, ούτε σκοτάδι, ούτε φόβος για να κρύψει αυτό που ένιωθαν.

Υπήρχε μόνο η υπόσχεση μιας επόμενης νύχτας.

Μιας νύχτας που αυτή τη φορά θα επέλεγαν και οι δύο συνειδητά.

Και ίσως αυτή να ήταν η πραγματική αρχή της ιστορίας τους.

Επιλέξτε Συμφωνώ αν είστε ενήλικοι, κατανοείτε και αποδέχεστε τους όρους και τις προϋποθέσεις, ή Διαφωνώ αν δεν είστε ενήλικοι ή δε συμφωνείτε ανεπιφύλακτα με τους όρους και τις προϋποθέσεις. Δείτε τους όρους και τις προυποθέσεις χρήσης της ιστοσελίδας εδώ