Επιλογή Σελίδας

Η βροχή είχε μόλις σταματήσει όταν εκείνος πέρασε την περιστρεφόμενη πόρτα ενός πολυτελούς ξενοδοχείου στο κέντρο της Αθήνας. Η πόλη έσφυζε από ζωή, όμως εκείνη τη στιγμή τίποτα δεν είχε σημασία πέρα από το μήνυμα που είχε λάβει λίγες ώρες πριν.

«Θα σε περιμένω στη σουίτα 709. Μη βιαστείς… οι καλύτερες στιγμές αξίζουν λίγη αναμονή.»

Το ασανσέρ ανέβαινε αργά και κάθε όροφος έκανε την καρδιά του να χτυπά λίγο πιο δυνατά. Όταν οι πόρτες άνοιξαν, ο διάδρομος ήταν ήσυχος, φωτισμένος μόνο από διακριτικά φώτα στους τοίχους.

Χτύπησε απαλά την πόρτα.

Εκείνη άνοιξε σχεδόν αμέσως.

Φορούσε ένα μαύρο μεταξωτό φόρεμα που έπεφτε απαλά πάνω στο σώμα της και άφηνε τους ώμους της γυμνούς. Τα μαλλιά της ήταν λυτά, το άρωμά της διακριτικό αλλά αδύνατο να αγνοηθεί.

«Νόμιζα πως θα αργούσες περισσότερο…» είπε χαμογελώντας.

«Δεν ήθελα να σε κάνω να περιμένεις.»

«Ίσως να μου άρεσε λίγο η αναμονή…»

Το δωμάτιο ήταν φωτισμένο μόνο από μερικά ζεστά φωτιστικά και τα φώτα της πόλης που έμπαιναν από τις μεγάλες τζαμαρίες. Στο τραπέζι υπήρχε ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί και δύο ποτήρια.

Δεν υπήρχε αμηχανία.

Μόνο μια παράξενη οικειότητα, σαν να γνωρίζονταν πολύ περισσότερο απ’ όσο πραγματικά συνέβαινε.

Οι ώρες κύλησαν μέσα σε συζητήσεις, γέλια και μικρά πειράγματα. Μιλούσαν για ταξίδια, μουσική, αγαπημένα μέρη, όνειρα που είχαν αφήσει στη μέση.

Κάποια στιγμή εκείνη σηκώθηκε.

Πλησίασε το παράθυρο και κοίταξε την πόλη.

«Ξέρεις ποιο είναι το πιο όμορφο πράγμα στην Αθήνα τη νύχτα;»

«Πες μου.»

«Ότι μπορείς να χαθείς μέσα της και να μη θέλεις να σε βρει κανείς.»

Εκείνος στάθηκε δίπλα της.

Για λίγα δευτερόλεπτα κανείς δεν μίλησε.

Το μόνο που ακουγόταν ήταν η μουσική.

Γύρισε προς το μέρος της.

Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν.

Ένα χαμόγελο.

Ένα διστακτικό άγγιγμα στο χέρι.

Και ύστερα ένα φιλί.

Στην αρχή απαλό.

Έπειτα λίγο πιο παρατεταμένο.

Η ένταση που είχε χτιστεί όλο το βράδυ έβρισκε επιτέλους διέξοδο. Εκείνη ακούμπησε το μέτωπό της στο δικό του και χαμογέλασε.

«Τώρα αρχίζει η πραγματική βραδιά…»

Το κρασί έμεινε σχεδόν ανέγγιχτο.

Η μουσική συνέχισε να παίζει χαμηλά καθώς οι δυο τους απολάμβαναν τη στιγμή, αφήνοντας κάθε σκέψη έξω από την πόρτα της σουίτας. Η νύχτα κύλησε μέσα σε ψιθύρους, γέλια, τρυφερές αγκαλιές και στιγμές πάθους που έκαναν τον χρόνο να μοιάζει σαν να είχε σταματήσει.

Κανείς τους δεν βιαζόταν.

Υπήρχε μόνο η χημεία που είχε γεννηθεί ανάμεσά τους και η επιθυμία να απολαύσουν κάθε λεπτό της συντροφιάς τους.

Λίγο πριν ξημερώσει, κάθισαν ξανά δίπλα στο παράθυρο.

Η Αθήνα άρχιζε να ξυπνά.

Εκείνη κρατούσε ακόμη το ποτήρι της.

«Πιστεύεις στις δεύτερες ευκαιρίες;» τον ρώτησε.

«Εξαρτάται.»

«Από τι;»

«Από το αν η πρώτη φορά ήταν αρκετή ώστε να θέλεις και δεύτερη.»

Χαμογέλασε.

«Και;»

Εκείνος την κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα.

«Νομίζω πως μία νύχτα δεν φτάνει ποτέ για να γνωρίσεις πραγματικά έναν άνθρωπο.»

Εκείνη γέλασε σιγανά.

Άφησε ένα μικρό σημείωμα πάνω στο τραπέζι και πήρε την τσάντα της.

Όταν η πόρτα έκλεισε πίσω της, εκείνος άνοιξε το χαρτί.

Έγραφε μόνο μία φράση:

«Οι πιο όμορφες ιστορίες δεν τελειώνουν ποτέ. Απλώς περιμένουν την επόμενη συνάντηση.»

Επιλέξτε Συμφωνώ αν είστε ενήλικοι, κατανοείτε και αποδέχεστε τους όρους και τις προϋποθέσεις, ή Διαφωνώ αν δεν είστε ενήλικοι ή δε συμφωνείτε ανεπιφύλακτα με τους όρους και τις προϋποθέσεις. Δείτε τους όρους και τις προυποθέσεις χρήσης της ιστοσελίδας εδώ